Τρίτη 9 Αυγούστου 2011

Ζούμε εκεί που κάνουμε έρωτα?

Η έννοια της διαδικασίας του "έρωτα" κρίνεται από πολλούς ως θέμα συζήτησης προς αποφυγήν - "ταμπού" θα το χαρακτήριζαν κάποιοι γλωσσομαθείς - τόσο για τις ιδιαιτερότητες που έχει, όσο και για τις αναπόφευκτες και ταυτόχρονα απευκταίες προεκτάσεις, κυρίως στα πλαίσια μιας θεωρητικά αναγκαίας αποκάλυψης "προσωπικών δεδομένων". Προσωπικά, προτιμώ να το αποδώσω μάλλον ως θέμα ευαίσθητο αλλά πολύ όμορφο, κυρίως για τα συναισθήματα που εκλύει στην αληθινή του μορφή. Απαιτεί δε, τον ανάλογο χειρισμό, ώστε να αποφευχθούν τα πιθανά αισθήματα ντροπής που η αυστηρότητα της ιδιωτικότητάς μας, μάς προκαλεί, πολύ συχνότερα από ότι αντιλαμβανόμαστε.

Κάποτε έγινα κοινωνός της πεποίθησης ότι η ζωή είναι συνυφασμένη με τον έρωτα, σε βαθμό να "ζούμε εκεί που κάνουμε έρωτα". Προφανώς, ειδικά το πρώτο σκέλος είναι κοινή αντίληψη, κυρίως δε όσων είναι ή υπήρξαν ερωτευμένοι. Τί συμβαίνει όμως με το δεύτερο σκέλος; Είναι μία ακόμη Φροϋδικού τύπου υπόθεση που, όπως όλες, βασίζεται σε μια λογική γενίκευση και η ορθότητά της ελέγχεται, ή ισχύει πραγματικά;

Εν πάσει περιπτώσει, ζούμε εκεί που κάνουμε έρωτα; Και αν η απάντηση είναι μάλλον ναι, μήπως το ζήτημα έγκειται στο τί ακριβώς ορίζουμε ως έρωτα;

Κατά τον Freud, ο χαρακτήρας του Εγώ είναι ό,τι έχει απομείνει από τις ερωτικές επενδύσεις αντικειμένων(1) και περιέχει την ιστορία επιλογής αυτών των (ερωτικών) αντικειμένων(2). Είναι λοιπόν αντιληπτό ότι οι κάθε είδους ερωτικές επενδύσεις μας συνιστούν παράγοντα συνδιαμόρφωσης του χαρακτήρα μας. Ωστόσο, πέρα από τα υπολείμματα που φαίνεται ότι είναι αναπόφευκτα και εξίσου σημαντικά, η ίδια η επένδυση αντικειμένου, ανεξαρτήτως πραγμάτωσης ή ολοκλήρωσης, εκλύει ένα "φάσμα" συναισθημάτων.

Αυτά τα συναισθήματα, χωρίς τα οποία δεν νοείται η ανθρώπινη ύπαρξη, αποτελούν την ουσία πραγμάτωσης του έρωτα. Είναι ακριβώς το σύνολο εκείνο που προκύπτει ως απόρροια του έρωτα, διεγείρει την καρδιά και το μυαλό και καταλήγει στη διαπίστωση του νοήματος της ύπαρξης, τη ζωή. Δε θα ήταν υπερβολή να δεχθούμε την κοινή διαπίστωση ότι η έντονη καρδιακή διέγερση που συνοδεύει την ερωτική πράξη, είναι συνυφασμένη με την έννοια της ζωής, είτε ως διαδικασία αναπαραγωγής αυτής είτε, απλά, ως αίσθημα ευχαρίστησης. Κοινώς, αντιλαμβανόμαστε ότι ζούμε, όταν χτυπά έντονα η καρδιά μας. Εκεί, δε, έγκειται το νόημα της φράσης του τίτλου, και αυτό μπορεί να μεταφραστεί τόσο χωρικά όσο και χρονικά.

Εντούτοις, σχεδόν αυτόματα ανακύπτει ο αντίλογος, τι συμβαίνει στην περίπτωση που κάποιος απέχει από τη διαδικασία του έρωτα, χωρίς να απασχολούν ιδιαίτερα οι λόγοι που αυτο συμβαίνει. Ακόμη και αν δεχθούμε τη χωρική έννοια, η οποία είναι πιο γενική, - και εισάγει ταυτόχρονα τις μεγαλύτερες δυσκολίες - θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι κάποιοι άνθρωποι δε ζουν, απλώς και μόνο επειδή δεν έχουν ερωτικές επαφές! Αυτό όμως, όσο και αν έχει μια δόση αλήθειας, στη βάση της ανωτέρω υπόθεσης, αντίκειται στο αίσθημα της λογικής για κάθε υγιή άνθρωπο(3). Η αλήθεια ίσως βρίσκεται κάπου στη μέση, αποδεικνύοντας για μία ακόμη φορά την αξία της έννοιας της μεσότητας. Τι εννοούμε με αυτό;: Ότι η έννοια της ζωής, όσο και αν σχετίζεται με τη διαδικασία του έρωτα ή αν είναι για κάποιους συνυφασμένη με αυτή, θα ήταν άδικο να χαρακτηριστεί μονοσήμαντα ορισμένη από αυτή. Βεβαίως, θα ήταν εξίσου άδικο να αποστασιοποιήσουμε τη ζωή από την καρδιακή και συναισθηματική διέγερση. Ήτοι, στα πλαίσια της κοινά αποδεκτής λογικής, η ζωή είναι πολύ περισσότερα από την - εξαίρετη - ερωτική πράξη. Είναι όμως όλα αυτά που ο καθένας μας αντιλαμβάνεται, γνωρίζει και, πάνω από όλα, ερωτεύεται, και μέσω των οποίων αυτοπραγματώνεται η διαδικασία του ζην. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο, αξία αποκτά η ζωή μας όχι μόνο από αυτά που έχουμε ζήσει, αλλά από εκείνα που έχουμε ερωτευτεί, χωρίς απαραίτητα να απευθυνόμαστε σε πρόσωπα - ακόμη και σε άτομα, είναι δυνατόν να ερωτευτούμε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Αντιπαραβάλλουμε λοιπόν στην φροϋδική αντίληψη περί υπολειμμάτων, την δική μας πρόταση ότι ο χαρακτήρας μας εξαρτάται όχι μόνο από τις ερωτικές επενδύσεις από τις οποίες έχουμε παραιτηθεί, αλλά αναπόφευκτα από όλα όσα έχουμε κατά καιρούς ερωτευτεί.

Για λόγους πληρότητας, ο συλλογισμός μας θα ήταν ακριβέστερος αν υποστηρίζαμε ότι ζούμε όχι εκεί που κάνουμε έρωτα αλλά εκεί που ερωτευόμαστε!

Ας μην ξεχνάμε άλλωστε τη σωκρατική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία η έννοια του εραστή υπερβαίνει τα στενά όρια της ερωτικής επαφής, και συγχέεται με την ψυχή του ερωτικού αντικειμένου, ώστε εραστής κάποιου να είναι εκείνος που αγαπά την ψυχή και όχι το σώμα του(4). Τέλος, συνέχεια της εν λόγω αντίληψης είναι δυνατόν να θεωρηθεί και η έννοια του "εραστή του ωραίου", που χαρακτηρίζει ειδικά τους εκφραστές της τέχνης.

1. Με τον όρο ερωτική επένδυση αντικειμένου, εννοείται κάθε είδους ερωτική επένδυση που απευθύνεται προς άλλον, πλήν εαυτού. Αυτός ο άλλος αποτελεί για την επένδυση "αντικείμενο", όπως αποτελεί στη γλωσσολογία αντικείμενο για το ρήμα, αυτό στο οποίο κατευθύνεται η ενέργεια που το ρήμα εκφράζει. Φυσικά, γενικεύοντας με ασφάλεια θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτό το αντικείμενο, είναι όχι μόνο πρόσωπο, αλλά οτιδήποτε άλλο, στο οποίο μπορεί να κατευθυνθεί η ερωτική μας ενέργεια.

2. Sigmund Freud, Το Εγώ και το Αυτό, Εκδ. Πλέθρον, σελ. 51

3. Προφανώς οι περιπτώσεις μη υγιών ατόμων, με φαινόμενα κατάθλιψης ή ψυχασθενειών, εκφεύγουν από τα στενά όρια του παρόντος.

4. W.K.C. Guthrie, Σωκράτης, ΜΙΕΤ, σελ. 109 και 210

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου